προίστημι

προίστημι
ставлю впереди
- προίσταμαι
- προὔστη

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "προίστημι" в других словарях:

  • προίστημι — προίστημι set before pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προΐστημι — ΝΜΑ [ἵστημι] μέσ. προΐσταμαι είμαι επικεφαλής, αρχηγεύω (α. «προΐσταται στις ανασκαφές» β. «οὗτοι γὰρ μάλιστα προειστήκεισαν τῆς μεταβολῆς», Θουκ.) νεοελλ. α) (η μτχ. αρσ. και θηλ. μέσ. ενεστ. ως ουσ.) ο προϊστάμενος, η προϊσταμένη ο επικεφαλής,… …   Dictionary of Greek

  • προστήσετον — προίστημι set before aor subj act 3rd dual (epic) προίστημι set before aor subj act 2nd dual (epic) προίστημι set before fut ind act 3rd dual προίστημι set before fut ind act 2nd dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προστήσῃ — προίστημι set before aor subj mid 2nd sg προίστημι set before aor subj act 3rd sg προίστημι set before fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσταθέντα — προίστημι set before aor part pass neut nom/voc/acc pl προίστημι set before aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προστησαμένων — προίστημι set before aor part mid fem gen pl προίστημι set before aor part mid masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προστησομένων — προίστημι set before fut part mid fem gen pl προίστημι set before fut part mid masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προστησάμενον — προίστημι set before aor part mid masc acc sg προίστημι set before aor part mid neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προστησόμεθα — προίστημι set before aor subj mid 1st pl (epic) προίστημι set before fut ind mid 1st pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προστησόμενον — προίστημι set before fut part mid masc acc sg προίστημι set before fut part mid neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προστᾶσαι — προίστημι set before aor part act fem nom/voc pl προίστημι set before aor inf act (doric) προσστάζω drop on fut part act fem nom/voc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»